Για το Μέγαρο Μαξίμου η χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία Τσίπρα-Γιούνκερ και η κοινή δήλωση που ακολούθησε -όπως και η επικοινωνία με τον πρόεδρο Ολάντ που ενισχύει το ίδιο μήνυμα- θέτει τις πολιτικές προυποθέσεις για την αποκατάσταση της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας και για την πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με απώτερο στόχο πάντα την συνολική συμφωνία του Ιουνίου.

Το Μέγαρο Μαξίμου δεν αρνείται ότι στην κοινή δήλωση καταγράφεται συναντίληψη των δύο πλευρών για δύσκολα θέματα όπως το φορολογικό αλλά ακόμη και για το συνταξιοδοτικό και το εργασιακό που μέχρι πρότινος αποτελούσαν τις κόκκινες γραμμές της ελληνικής κυβέρνησης. Με την κοινή δήλωση επισφραγίζεται η υποχώρηση της ελληνικής πλευράς η οποία δέχεται να μπουν στο τραπέζι τα θέματα ταμπού στα οποία σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες σκόνταφτε η πρόοδος των διαπραγματεύσεων. Στην δήλωση γίνεται αναφορά στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Στο πλαίσιο της δημιουργικής ασάφειας είναι προφανές ότι οι μεν δανειστές θεωρούν ότι είναι πάντα ανοικτή η “5η αξιολόγηση”, η δε ελληνική κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι πρόκειται για την αξιολόγηση στο πλαίσιο της ασαφούς συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου. Με την αναφορά στην αναλυτική δέσμη μεταρρυθμίσεων υπονοείται και το φορολογικό στο οποίο αναζητείται αμοιβαία αποδεκτή φόρμουλα για τον συντελεστή ΦΠΑ.

Κυρίως όμως η ελληνική πλευρά δέχεται να ανοίξει η συζήτηση για τα μέχρι τώρα θέματα ταμπού του συνταξιοδοτικού και του ασφαλιστικού. Είναι νωπές οι δηλώσεις των αρμόδιων υπουργών κ.κ. Δημήτρη Στρατούλη και Πάνου Σκουρλέτη μέχρι και την ημέρα της Πρωτομαγιάς. Ο μεν κ. Στρατούλης επέμενε σε όλους τους τόνους ότι το ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό δεν θα θιγεί. Ο δε κ. Σκουρλέτης υποστήριζε ότι το εργασιακό είναι έξω από το πεδίο των διαπραγματεύσεων και ότι τα νομοθετήματα για την αποκατάσταση του εργασιακού πλαισίου θα έλθουν κανονικά στην Βουλή. Ούτε το έλεγε αλλά ούτε υπονοούσε ότι αυτό θα γίνει σε συνεννόηση με τους θεσμούς. Επιπλέον και οι δύο υπουργοί υπογράμμιζαν ότι “όταν λέμε κόκκινες γραμμές το εννοούμε και ότι οι κόκκινες γραμμές είναι βαθιά κόκκινες”. Αλλά και τα non paper του Μεγάρου Μαξίμου το τλευταίο δίμηνο υποστήριζαν ότι τα δύο θέματα αποτελούν μέρος των προεκλογικών δεσμεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ τις οποίες δεν υπήρχε περίπτωση να θυσιάσουν για την επιδίωξη συμφωνίας. Στην κοινή τους δήλωση όμως οι “μισθολογικές εξελίξεις και οι θεσμοί της αγοράς εργαασίας” εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και τελούν σε συνάρτηση με την “ανταγωνιστικότητα και την δημιουργία θέσεων εργασίας”. Αν και υπάρχει αρκετή ασάφεια σε αυτό είναι δεδομένο ότι ο κ. Γιούνκερ δεν μιλά για αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ. Αλλά ακόμη και για την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων οι κύριοι Γιούνκερ και Τσίπρας συμφώνησαν στο να υπάρξει ένα “μοντέρνο και αποτελεσματικό σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί μέσω ευρείας διαβούλευσης και να πληροί τα υψηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα”.

Τελικά οι αδήριτες ανάγκες της οικονομίας έκαναν πιο ευέλικτες ακόμη και τις μέχρι πρότινος άκαμπτες κόκκινες γραμμές ώστε το Μέγαρο Μαξίμου να μιλά πια για “γραμμή Τσίπρα-Γιούνκερ” που ανοίγει τον δρόμο για την άρση του αδιεξόδου. Η πρόοδος αναμένεται να καταγραφεί στο Eurogroup της 11 Μαίου το οποίο σύμφωνα με την ελληνική πλευρά θα αποτελέσει και καθοριστικό βήμα για την μεγάλη συζήτηση του ελληνικού ζητήματος. Βεβαίως δεν είναι ακόμη γνωστές οι λεπτομέρειες της κυοφορούμενης λύσης και κυρίως ποιές συγκεκριμένες ρυθμίσεις για τα επίδικα θέματα, φορολογικό-συνταξιοδοτικό-εργασιακό, θα δεχθεί η ελληνική πλευρά και ποιές απαιτήσεις των θεσμών θα απορρίψει.


Το ακριβές κείμενο της δήλωσης έχει ως εξής:

“Ο Πρόεδρος Ζ. Κ. Γιουνκέρ και ο Έλληνας Πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας είχαν σήμερα τηλεφωνική επικοινωνία. Κατέγραψαν την πρόοδο που έχει σημειωθεί τις τελευταίες ημέρες στις συνομιλίες μεταξύ της Ελλάδος και των εταίρων της πάνω στο ζήτημα της αναλυτικής δέσμης μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να ολοκληρωθεί επιτυχώς η αξιολόγηση.

Ιδιαίτερη μνεία έγινε στη σημασία των μεταρρυθμίσεων για εκσυγχρονισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος, ούτως ώστε να καταστεί δίκαιο, δημοσιονομικά βιώσιμο και αποτελεσματικό στην κατεύθυνση αποφυγής της φτώχειας της τρίτης ηλικίας.

Επίσης, συζήτησαν την ανάγκη οι μισθολογικές εξελίξεις και οι θεσμοί της αγοράς εργασίας να διαδραματίσουν ένα υποστηρικτικό ρόλο στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στην ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Σε αυτό το πλαίσιο υπήρξε σύγκλιση απόψεων γύρω από τον ρόλο ενός μοντέρνου και αποτελεσματικού συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων, το οποίο θα πρέπει να αναπτυχθεί μέσω ευρείας διαβούλευσης και να πληροί τα υψηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Οι εποικοδομητικές συνομιλίες θα πρέπει να συνεχιστούν στα πλαίσια του Brussels Group».