Η κυβέρνηση μπορεί να ετοιμάζεται για την έξοδο από τη μέγγενη των μνημονίων, όμως το ερώτημα όλων είναι «πότε θα τελειώσει η κρίση;».

Σήμερα, την πιο ασφαλή απάντηση μπορεί να τη δώσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Η Ελλάδα αναμένεται να αποκτήσει ξανά το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν που είχε το 2008, έτος επίσημης έναρξης της οικονομικής καθίζησης, το 2020!  Με απλά λόγια, η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί συνολικά 12 χρόνια για να επιστρέψει στα επίπεδα που βρισκόταν προ κρίσης!  Η επισήμανση της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να έχει ανάγκη «προληπτικής στήριξης» από τους πιστωτές της, ακόμη και μετά την επίσημη λήξη των μνημονίων, επιβεβαιώνει ότι ο δρόμος για την έξοδο της χώρας από την κρίση είναι ακόμη μακρύς.

188 δισ. το ΑΕΠ

Οπως φαίνεται στον πίνακα του ΔΝΤ, το ελληνικό ΑΕΠ προβλέπεται να αρχίσει να αυξάνεται εκ νέου από το επόμενο έτος, οπότε αναμένεται να διαμορφωθεί στα 188 δισ. ευρώ. Η «πρόγνωση» του Ταμείου δείχνει ότι μόνο το 2020 το ελληνικό ΑΕΠ θα φτάσει στο επίπεδο που βρισκόταν πίσω το 2008, οπότε ο συνολικός εθνικός πλούτος υπολογιζόταν σε 233 δισ. ευρώ. Το 2020, εφόσον επαληθευτεί η πρόβλεψη του ΔΝΤ, το ελληνικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν θα ανέρχεται στο ποσό των 238 δισ. ευρώ. Ασφαλώς πρόκειται για παγκόσμιο ρεκόρ.  Από το 2008 μέχρι σήμερα το ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε κατά 51 δισ. ευρώ.  Η περίοδος προσαρμογής και ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας είναι μακρά, μεγαλύτερη από το διάστημα που χρειάστηκε οποιαδήποτε άλλη χώρα που χρεοκόπησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για να επιστρέψει εκεί όπου βρισκόταν όταν έσκασε η οικονομική φούσκα. Μπορεί αυτό το διάστημα να είναι βιώσιμο για το πολιτικό σύστημα που καλείται να χειριστεί την κρίση;




Στην τρίτη σειρά από το τέλος του πίνακα -GDP (billions of euros)- περιγράφεται η εξέλιξη του ΑΕΠ. Το έτος 2020 το ελληνικό ΑΕΠ θα είναι 238 δισ. ευρώ. Δηλαδή, σε έξι χρόνια από σήμερα η Ελλάδα θα καταφέρει να επιστρέψει στο ΑΕΠ που είχε το 2008


Κατά μέσο όρο υπολογίζεται ότι μια χώρα που έχει καταρρεύσει οικονομικά χρειάζεται περίοδο επτά ετών για να ανακτήσει την οικονομική της ευρωστία και να ανακάμψει επιστρέφοντας στο επίπεδο του ΑΕΠ που κατείχε προ κρίσης. 

Εξετάζοντας την οικονομική κρίση που ενέσκηψε στη Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Ιαπωνία και την Ιρλανδία, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα: Η Φινλανδία χρειάστηκε σχεδόν επτά χρόνια για να ανακτήσει το ΑΕΠ που είχε όταν ξεκίνησε η κρίση το 1991, η Σουηδία «ξόδεψε» περίπου έξι χρόνια για να αναρρώσει από την οικονομική καταστροφή του 1991, για την Ιαπωνία απαιτήθηκαν τέσσερα δύσκολα χρόνια, ενώ για την Ιρλανδία που βούλιαξε στην κρίση το 2008 εκτιμάται ότι θα χρειαστούν δύο με τρία χρόνια για να ανακάμψει, δηλαδή θα διανύσει έναν κύκλο οκτώ ως εννέα ετών ώστε να κατακτήσει και πάλι το ΑΕΠ που είχε όταν κατέρρευσε το τραπεζικό της σύστημα.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Στην ελληνική περίπτωση απαιτείται επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Τις  καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις της περιόδου 2010-2011 τις πληρώνουμε τώρα σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Τι εμπόδισε το τότε οικονομικό επιτελείο να κάνει ταχύτερα τις ιδιωτικοποιήσεις; Παράλληλα πρέπει να συνεχιστούν οι μειώσεις μη παραγωγικών δαπανών του δημοσίου τομέα για να είναι εφικτή και βιώσιμη η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα.

Επίσης, πρέπει να δοθεί ένα τέλος στην αβεβαιότητα για τα κόκκινα δάνεια. Χωρίς εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών η ρευστότητα δεν θα αποκατασταθεί στην οικονομία. Ηδη, τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν θέσει το θέμα της ανάπτυξης και εμβάθυνσης των κεφαλαιαγορών, δηλαδή της δυνατότητας χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εκτός τραπεζικού συστήματος, αντιλαμβανόμενες ότι θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να αρχίσουν οι τράπεζες να δανείζουν τις ΜΜΕ που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της ελληνικής οικονομίας.

Αναλυτές πιστεύουν ότι το πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ για να έχει αποτέλεσμα πρέπει να φτάσει στα 35 δισ. ευρώ σε μηνιαία βάση. Ο ίδιος ο κ. Μάριο Ντράγκι θέλοντας να αναδείξει τη σημασία των μεταρρυθμίσεων και την ανάγκη για δημοσιονομική επέκταση σε ομιλία του στην Ουάσινγκτον την περασμένη Πέμπτη, επικαλέστηκε μια επιστολή του Κέινς προς τον Αμερικανό πρόεδρο Ρούσβελτ.

Μεταξύ άλλων στην επιστολή αυτή ο Κέινς έλεγε: «Είναι το πιο παραπλανητικό πράγμα να υπερτονίζουμε τη σημασία της ποσότητας του χρήματος, η οποία είναι μόνο ένας περιοριστικός παράγοντας, παρά τον όγκο των δημοσίων δαπανών, που είναι ο γενεσιουργός παράγοντας της ανάκαμψης».

 

πηγη πρώτο θέμα