Πάσσαρης: Θέλω να γίνω μοναχός Κύριο

Πάσσαρης: Θέλω να γίνω μοναχός

«Όταν ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, θέλω να αναλάβω τις ευθύνες μου. Να ζητήσω συγγνώμη από τους συγγενείς των θυμάτων. Δικαίωμα του κάθε κατηγορούμενου είναι να βλέπει τους κατηγόρους τους», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο κακοποιός μιλώντας στον ΣΚΑΪ ενώ αποκάλυψε ότι θέλει να πάει στο Άγιο Όρος και να γίνει μοναχός.
Πάσσαρης Θέλω να γίνω μοναχός
«Έχουν αλλάξει πλέον τα πράγματα. Άλλες οι αρχές μου τώρα. Πλησίασα τον Θεό και αυτό με άλλαξε. Είναι υποχρέωσή μου να βρίσκομαι εδώ που είμαι και δεν κατηγορώ κανέναν», υπογράμμισε και πρόσθεσε:
«Πολλά πράγματα έχουν ειπωθεί διαφορετικά απ’ ό,τι πραγματικά έγινε. Κάποια στιγμή έπρεπε να ακουστώ κι εγώ. Είμαι άλλος άνθρωπος πλέον, διαφορετικός από πριν».
«Με έχει αλλάξει η επαφή μου με τον πατέρα Γερβάσιο. Είμαι ένας άλλος άνθρωπος πλέον. Διαφορετικός από πριν. Οι άνθρωποι αλλάζουν. Με έχει φέρει κοντά στον Θεό. Μου έδωσε αγάπη. Πήρα πολύ περισσότερη αγάπη. Τόση που ίσως δεν την άξιζα. Θα ήθελα, όταν μετά από χρόνια βγω από τη φυλακή, να πάω στον πατέρα Γερβάσιο. Αυτό θα ήθελα. Έχω και εγώ στόχους. Είναι περισσότερο πνευματικοί, βέβαια. Ξέρω ότι είμαι φυλακή, αλλά κάποια στιγμή θα ήθελα να πάω στο Άγιον Όρος και να γίνω μοναχός. Αλλά πρώτα πρέπει να κλείσω τους λογαριασμούς μου με την κοινωνία», τόνισε και συνέχισε:
«Φοβάμαι μην τυχόν στεναχωρήσω τον Θεό. Αυτός είναι ο μεγαλύτερός μου φόβος πλέον. Θα ήθελα το τελευταίο μέρος της ποινής μου να το εκτίσω στην Ελλάδα. Και δεν είναι ότι εδώ οι φυλακές είναι τόσο χάλια όσο λένε. Ούτε ποτέ ήμουν σε κανένα υπόγειο, όπως έλεγαν τα ελληνικά ΜΜΕ. Απλά θα ήθελα να ξαναμπώ στο κλίμα της Ελλάδας. Να είμαι πιο κοντά με τον πατέρα Γερβάσιο. Ήμουν νεκρός και τώρα ξαναζώ. Πέρασα από την κόλαση στη ζωή».

Ερωτηθείς για το πώς περνάει στη φυλακή απάντησε: «Δεν μου λείπει κάτι. Είμαι καλά. Δεν αισθάνομαι ότι μου λείπει κάτι. Είμαι εκεί που είμαι. Εκτίω την ποινή μου. Είναι σημαντικό αυτό. Διαβάζω, προσεύχομαι, γυμνάζομαι. Έχω ένα πολύ όμορφο πρόγραμμα. Τελειώνει η μέρα μου και υπάρχουν πράγματα που δεν έχω προλάβει να κάνω. Γράφω στίχους και ποιήματα. Βραβεύτηκα κιόλας. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο βέβαια».
Τέλος, ο Πάσσαρης έστειλε το δικό του μήνυμα στις οικογένειες των θυμάτων:
«Πραγματικά λυπάμαι. Αν θα μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα είχα κάνει διαφορετικά τα πράγματα. Δεν τους άξιζε αυτό που τους συνέβη. Ούτε στα θύματα, ούτε στους συγγενείς τους. Και λυπάμαι γι’ αυτό. Η μόρφωση και η εκπαίδευση είναι σημαντική. Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν από την αρχή της ζωής μου τα είχα πάει καλά. Τα πράγματα, πιθανότατα, θα ήταν διαφορετικά. Δεν μπορείς να στηρίζεις την ευτυχία σου στη δυστυχία του άλλου».

 Ποιος είναι ο Κ. Πάσσαρης
Ο Κώστας Πάσσαρης (9 Μαρτίου 1975) είναι Έλληνας ληστής και διαρρήκτης, που απασχόλησε έντονα την ελληνική κοινή γνώμη το 2001, όταν σκότωσε δύο αστυνομικούς και τραυμάτισε σοβαρά έναν σωφρονιστικό υπάλληλο. Σήμερα είναι φυλακισμένος στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.

Ο Πάσσαρης γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 1975. Ο πατέρας του ήταν Έλληνας, με καταγωγή από τις Κυκλάδες, ενώ η μητέρα του ήταν Ρουμάνα. Άρχισε να έχει προβλήματα με τον νόμο πολύ νωρίς, καθώς από παιδί είχε παραβατική συμπεριφορά. Σε ηλικία 15 ετών οδηγήθηκε στο αναμορφωτήριο για έξι μήνες, όταν η Αστυνομία βρήκε κλεμμένα αντικείμενα στο σπίτι του μετά από καταγγελίες.[1] Μόλις βγήκε από το αναμορφωτήριο, συνελήφθη εκ νέου για επαιτεία.

Όταν υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού στην Κομοτηνή, κατηγορήθηκε για κλοπές μέσα κι έξω από το στρατόπεδο. Στις αρχές του 1995 συνελήφθη από την Στρατονομία (πρώην ΕΣΑ), και κλείστηκε στις στρατιωτικές φυλακές Αυλώνα, από όπου όμως κατάφερε να αποδράσει. Κηρύχθηκε λιποτάκτης και καταζητείτο.

Τότε άρχισε να προβαίνει σε ένοπλες ληστείες και διαρρήξεις. Τελικά η Αστυνομία κατάφερε να τον συλλάβει στα τέλη του 1996, μετά από περιπετειώδη καταδίωξη, αφού είχε ληστέψει μία γυναίκα έξω από τον Σταθμό του Ηλεκτρικού στην Καλλιθέα.

Εξέτισε την ποινή του στις φυλακές Κασσάνδρας στην Χαλκιδική. Εκεί γνωρίσθηκε με τον Ρουμάνο κατάδικο Nικολάε Γκόρεα, με τον οποίο έγιναν στενοί φίλοι. Ο Πάσσαρης και ο Γκόρεα αποφυλακίσθηκαν μαζί το 1999 και μαζί με έναν άλλον Ρουμάνο, τον Ίον Bασίλι, ξεκίνησαν εκ νέου τις ληστείες. Την περίοδο 1999-2000 οι τρεις τους πραγματοποίησαν σειρά ένοπλων ληστειών σε ξενοδοχεία, ανταλλακτήρια συναλλάγματος και ταξιδιωτικά γραφεία στο κέντρο της Aθήνας.

Στις 19 Φεβρουαρίου 2000 οι τρεις ληστές εντοπίστηκαν από την Αστυνομία στην Πλατεία Βάθης. Ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών με αποτέλεσμα να τραυματισθούν δύο αστυνομικοί και να σκοτωθεί ο Ίον Bασίλι. Ο Πάσσαρης και ο Γκόρεα κατάφεραν να διαφύγουν. Ο Πάσσαρης μετά τη συμπλοκή είχε τηλεφωνήσει στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha και είχε απειλήσει την Αστυνομία με αντίποινα, δηλώνοντας: «θα σκοτώσω τρεις αστυνομικούς για να εκδικηθώ».

Τρεις ημέρες αργότερα η Ασφάλεια Αττικής καταφέρνει και συλλαμβάνει τον Πάσσαρη στην Πλατεία Αμερικής. Πάνω του είχε ένα πιστόλι και μια χειροβομβίδα. Το ίδιο απόγευμα, αστυνομικοί σκοτώνουν τον Νικολάε Γκόρεα σε ένοπλη συμπλοκή στην Πετρούπολη, αφού πρώτα είχε αρνηθεί να παραδοθεί. Έτσι, και οι δύο φίλοι και συνεργοί του Πάσσαρη ήταν πλέον νεκροί από τα πυρά αστυνομικών. Ο Πάσσαρης οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού.

Στον Κορυδαλλό ο Πάσσαρης ήταν από τους πιο δύσκολους και απείθαρχους κρατούμενους. Ο γνωστός αρχιφύλακας του Κορυδαλλού και για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων, Αντώνης Αραβαντινός, θυμάται τον Πάσσαρη ως:

«Δύσκολο παιδί, πολύ δύσκολο. Από τους Έλληνες κρατούμενους, ο πιο δύσκολος[...] Ο Πάσσαρης ήταν οπαδός του πρωτογενούς δικαίου, δηλαδή της αυτοδικίας. Είχε μια τάση να ιδεολογικοποιεί την παραβατικότητά του, το είχε ανάγκη ως άλλοθι. Διάβαζε ‘Πραγματεία περί Βίας’, ‘Αφήγηση ενός Ναυαγού’, Τσόμσκι[...] Τον έφαγε κι αυτόν η κόκα [...] Μ’ έβαλε στο μάτι. Έστειλε τον Ραντουκάνου σπίτι μου. Μόλις πήγα να παρκάρω στην πυλωτή, τον κατάλαβα γιατί πήγε να κρυφτεί, βγήκα έρποντας από πίσω του και τον σημάδεψα με το πιστόλι. Έχω απέχθεια στα όπλα, αλλά λέω ας ρίξω μία αν χρειαστεί, μην πάω και ατουφέκητος. Ο Ραντουκάνου μου τα είπε όλα και τον άφησα να φύγει. Δεν ήξερα αν έκανα καλά. Την επόμενη μέρα, ο Πάσσαρης ζήταγε ακρόαση στο γραφείο μου. Δεν τον δέχτηκα και πήγα εγώ στο κελί του. Μου είπε, ‘ευτυχώς που έγινες φύλακας και δεν έγινες παράνομος. Έλεγα να σε σκοτώσω, αλλά άφησες το φίλο μου να φύγει, άρα τώρα, θα σκοτώσω εγώ όποιον σε πειράξει».[3]

Μετά από παράπονά του για κρίσεις επιληψίας, στις 7 Φεβρουαρίου 2001 το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ενέκρινε τη μεταγωγή του Πάσσαρη στο νοσοκομείο, σε συνεννόηση με το Τμήμα Μεταγωγών της Αστυνομίας. Στις 16 του ίδιου μήνα δύο αρχιφύλακες του Τμήματος Μεταγωγών, οι Aθανάσιος Δρακόπουλος (47 ετών) και Διονύσιος Aλεβιζόπουλος (49 ετών) και ο σωφρονιστικός υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ανδρέας Φυσέκης (33 ετών) ανέλαβαν να συνοδεύσουν τον Πάσσαρη από τις φυλακές Κορυδαλλού στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Άγνωστο πως, ο Πάσσαρης είχε καταφέρει να προμηθευτεί ένα πιστόλι. Με την είσοδό στο νοσοκομείο, και ενώ φορούσε χειροπέδες, κατάφερε με γρήγορες κινήσεις να πυροβολήσει και να σκοτώσει τους δύο αστυνομικούς, καθώς και να τραυματίσει σοβαρά τον Φυσέκη, ο οποίος τελικά κατάφερε να επιζήσει. Σύμφωνα με την διήγηση του Φυσέκη:

«Πήγαινα μπροστά για τις πληροφορίες. Πίσω μου ακολουθούσαν ο κρατούμενος και οι δύο αρχιφύλακες. Ξαφνικά ακούω μπαμ-μπαμ, γυρνάω· είδα τον κρατούμενο να στρέφει πάνω μου ένα όπλο φορώντας χειροπέδες. Μετά δέχτηκα τις σφαίρες και δεν θυμάμαι τίποτα άλλο.».[1]

Ο Πάσσαρης δραπέτευσε, εκμεταλλευόμενος την σύγχυση και τον πανικό, και συνέχισε την εγκληματική του δράση με νέες ληστείες, αλλά και με την δολοφονία της Βουλγάρας ιερόδουλης Μπλάνκα Σλάβτσεβα, αφού πρώτα είχαν συνευρεθεί ερωτικά.[4]

Τον Ιούλιο του 2001 αστυνομικοί έκαναν έφοδο σε διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο, στην οδό Ιππάρχου 52-54, όπου – σύμφωνα με πληροφορίες της Ασφάλειας Αττικής – υπήρχαν όπλα, χειροβομβίδες, ασύρματοι, λίστες με τις συχνότητες της Αστυνομίας και ναρκωτικά. Οι αστυνομικοί συνέλαβαν επί τόπου τον Δημήτρη Πολυδωρόπουλο, πρώην κρατούμενο των φυλακών. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης προέκυψαν στοιχεία ότι ο Πολυδωρόπουλος, όχι μόνο υπήρξε συγκρατούμενος του Πάσσαρη, αλλά ήταν και κατά περίσταση συγκάτοικοι σε εκείνο το ίδιο διαμέρισμα. Τότε παρουσιάστηκε μια μοναδική ευκαιρία σύλληψης του Πάσσαρη.[1]

Τελικά στις 31 Ιουλίου του 2001, σε μια γιγαντιαία επιχείρηση, δεκάδες αστυνομικοί πήραν θέση στους δρόμους γύρω από την πολυκατοικία, ενώ επτά άνδρες των ΕΚΑΜ περίμεναν τον Πάσσαρη μέσα στο διαμέρισμα. Ο Πάσσαρης γύρισε το κλειδί στην πόρτα για να μπει. Η βιασύνη των αστυνομικών, που του φώναξαν «ακίνητος» πριν μπει μέσα, του έδωσε την ευκαιρία να αποδράσει, παρά το γεγονός ότι μια σφαίρα ενός αστυνομικού τον τραυμάτισε στο πόδι.

Μετά την αποτυχία της επιχείρησης, παραιτήθηκε ο αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστράτηγος Ιωάννης Γεωργακόπουλος, αξιωματικός με σημαντικές επιτυχίες, που απολάμβανε της εκτίμησης πολλών ηγετικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και κυρίως του Ευάγγελου Γιαννόπουλου που τον είχε προωθήσει στην αρχηγία πριν από τρία χρόνια, το 1998.

Διαφεύγοντας την σύλληψη, ο Πάσσαρης βγήκε από την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 2001 με πλαστό διαβατήριο και κατέφυγε στην Ρουμανία, συνεχίζοντας τις ληστείες. Τα ξημερώματα της 25ης Nοεμβρίου του 2001, κατά τη διάρκεια μιας ληστείας σε ανταλλακτήριο συναλλάγματος στο Βουκουρέστι, σκότωσε τον ιδιοκτήτη κι έναν υπάλληλο και αφαίρεσε 16.000 δολάρια.[5] Η ρουμανική αστυνομία, σε συνεργασία με την ελληνική, συνέλαβε έναν συνεργό του, εμπλεκόμενο σε κυκλώματα μαστροπείας,ο οποίος τους οδήγησε στον Πάσσαρη, τον οποίο συνέλαβαν με έφοδο. Αφού συνελήφθη και παρέμεινε υπόδικος για αρκετούς μήνες, τελικά οδηγήθηκε σε δικαστήριο του Bουκουρεστίου και του επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για τη ληστεία και τη διπλή ανθρωποκτονία στο ανταλλακτήριο του Βουκουρεστίου. Μέχρι σήμερα κρατείται στις ρουμανικές φυλακές της Κραϊόβα.

Πολυμέσα

επιστροφή στην κορυφή

Διάφορα

Πληροφορίες